διαρρώξ

διαρρώξ, ῶγος, , , ([etym.] διαρρήγνυμι)
A rent asunder, δ. κυμάτων σάλῳ ἀγμός a broken cliff rent asunder by the waves, E.IT262;

πέτραι Opp.H.3.212

.
II as Subst., rent, of the Straits of Messina, ib. 5.216.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαρρώξ — ( ῶγος), ο, η (Α) 1. (για βράχο) σχισμένος, σπασμένος από τα κύματα 2. ως ουσ. κομμάτι βράχου …   Dictionary of Greek

  • διαρρώξ — rent asunder masc/fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρρῶγας — διαρρώξ rent asunder masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.